Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαφθορά

/ði̯a.fθoˈɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφθείρω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφθείρω Βικιλεξικό
    • «Η υπό σύσταση Επιτροπή για την καταπολέμηση της Διαφθοράς, όπως αυτή ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό, υπό τον Υπουργό Επικρατείας (…), πρέπει να εντάξει στις άμεσες προτεραιότητες διερεύνησης και τον έλεγχο της παράνομης διακίνησης καυσίμων (λαθρεμπόριο, νοθεία, δασμοφοροδιαφυγή, κλοπή, κ.λπ.). («Χαοτική» η κατάσταση στην αγορά πετρελαιοειδών λέει η ΠΟΠΕΚ, in.gr, 22/7/2015 https://www.in.gr/2015/07/22/economy/xaotiki-i-katastasi-stin-agora-petrelaioeidwn-leei-i-popek)
    • Ζουν βασιζόμενοι στην διαφθορά και την ρεμούλα των δημοσίων λειτουργών και γενικά αποτελούν με την συμπεριφορά τους κακό παράδειγμα για τους πολίτες και τα παιδιά. (Αντώνιος Περιπατητής, Χοές, 2019, σελ. 80)

Ετυμολογία

διαφθορά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαφθορά < διαφθείρω < διά + φθείρω. Μορφολογικά, δια-, φθορά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαφθοράδιαφθορές
Γενικήδιαφθοράςδιαφθορών
Αιτιατικήδιαφθοράδιαφθορές
Κλητικήδιαφθοράδιαφθορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →