διαφθείρω
•
- ωθώ ή οδηγώ στην ανηθικότητα, ιδίως στον σεξουαλικό τομέα Βικιλεξικό
- παρασύρω σε ανήθικες πράξεις Βικιλεξικό
- εκπαρθενεύω, διακορεύω Βικιλεξικό
- σπάνιοκαταστρέφω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαφθείρω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαφθείρω < δια- + φθείρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαφθείρω | διαφθείρεις | διαφθείρει | διαφθείρουμε | διαφθείρετε | διαφθείρουν / διαφθείρουνε |
| Παρατατικός | διέφθειρα | διέφθειρες | διέφθειρε | διαφθείραμε | διαφθείρατε | διέφθειραν / διαφθείραν / διαφθείρανε |
| Αόριστος | διέφθειρα | διέφθειρες | διέφθειρε | διαφθείραμε | διαφθείρατε | διέφθειραν / διαφθείραν / διαφθείρανε |
| Μέλλοντας | θα διαφθείρω | θα διαφθείρεις | θα διαφθείρει | θα διαφθείρουμε | θα διαφθείρετε | θα διαφθείρουν / θα διαφθείρουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαφθείρει | έχεις διαφθείρει | έχει διαφθείρει | έχουμε διαφθείρει | έχετε διαφθείρει | έχουν διαφθείρει |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαφθείρει | είχες διαφθείρει | είχε διαφθείρει | είχαμε διαφθείρει | είχατε διαφθείρει | είχαν διαφθείρει |
| Υποτακτική | να έχω διαφθείρει / να διαφθείρω | να έχεις διαφθείρει / να διαφθείρεις | να έχει διαφθείρει / να διαφθείρει | να έχουμε διαφθείρει / να διαφθείρουμε | να έχετε διαφθείρει / να διαφθείρετε | να έχουν διαφθείρει / να διαφθείρουν / να διαφθείρουνε |
| Προστακτική | — | έχε διαφθαρένο / διάφθειρε | — | — | έχετε διαφθαρένο / διαφθείρετε / διαφθείρτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →