διαφθορείο
•
- πορνείο ή άλλο αντίστοιχο μέρος, όπου κάποιοι εκδίδονται Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημέρος όπου κυριαρχεί η ανηθικότητα και οι θαμώνες μπορεί να διαφθαρούν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαφθορείο < διαφθορ(ευς) + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφθορείο | διαφθορεία |
| Γενική | διαφθορείου | διαφθορείων |
| Αιτιατική | διαφθορείο | διαφθορεία |
| Κλητική | διαφθορείο | διαφθορεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →