Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαφθορείο

/ði̯a.fθoˈɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πορνείο ή άλλο αντίστοιχο μέρος, όπου κάποιοι εκδίδονται Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασημέρος όπου κυριαρχεί η ανηθικότητα και οι θαμώνες μπορεί να διαφθαρούν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαφθορείο < διαφθορ(ευς) + -είο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαφθορείοδιαφθορεία
Γενικήδιαφθορείουδιαφθορείων
Αιτιατικήδιαφθορείοδιαφθορεία
Κλητικήδιαφθορείοδιαφθορεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →