Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαφοροποιήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν να διαφοροποιηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαφοροποιήσιμος < διαφοροποιώ + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαφοροποιήσιμοςδιαφοροποιήσιμηδιαφοροποιήσιμο
Γενικήδιαφοροποιήσιμουδιαφοροποιήσιμηςδιαφοροποιήσιμου
Αιτιατικήδιαφοροποιήσιμοδιαφοροποιήσιμηδιαφοροποιήσιμο
Κλητικήδιαφοροποιήσιμεδιαφοροποιήσιμηδιαφοροποιήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαφοροποιήσιμοιδιαφοροποιήσιμεςδιαφοροποιήσιμα
Γενικήδιαφοροποιήσιμωνδιαφοροποιήσιμωνδιαφοροποιήσιμων
Αιτιατικήδιαφοροποιήσιμουςδιαφοροποιήσιμεςδιαφοροποιήσιμα
Κλητικήδιαφοροποιήσιμοιδιαφοροποιήσιμεςδιαφοροποιήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →