διαφοροποιώ
•
- κάνω κάτι διαφορετικό από κάτι άλλο Βικιλεξικό
- δηλώνω ότι έχω διαφορετική τοποθέτηση σε ένα ζήτημα σε σύγκριση με ενός ή πολλών άλλων Βικιλεξικό
- Παρακαλώ, εγώ θα ήθελα να διαφοροποιηθώ επ' αυτού.
- Οι βουλευτές της αντιπολίτευσης διαφοροποιήθηκαν σαφέστατα όσον αφορά στο επίμαχο άρθρο.
Ετυμολογία
διαφοροποιώ < διάφορος + -ο- + ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική différencier)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαφοροποιώ | διαφοροποιείς | διαφοροποιεί | διαφοροποιούμε | διαφοροποιείτε | διαφοροποιούν / διαφοροποιούνε |
| Παρατατικός | διαφοροποιούσα | διαφοροποιούσες | διαφοροποιούσε | διαφοροποιούσαμε | διαφοροποιούσατε | διαφοροποιούσαν / διαφοροποιούσανε |
| Αόριστος | διαφοροποίησα | διαφοροποίησες | διαφοροποίησε | διαφοροποιήσαμε | διαφοροποιήσατε | διαφοροποίησαν / διαφοροποιήσαν / διαφοροποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα διαφοροποιήσω / θα διαφοροποιώ | θα διαφοροποιήσεις / θα διαφοροποιείς | θα διαφοροποιήσει / θα διαφοροποιεί | θα διαφοροποιήσουμε / θα διαφοροποιούμε | θα διαφοροποιήσετε / θα διαφοροποιείτε | θα διαφοροποιήσουν / θα διαφοροποιήσουνε / θα διαφοροποιούν / θα διαφοροποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαφοροποιήσει | έχεις διαφοροποιήσει | έχει διαφοροποιήσει | έχουμε διαφοροποιήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαφοροποιήσει | είχες διαφοροποιήσει | είχε διαφοροποιήσει | είχαμε διαφοροποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαφοροποιήσει / να διαφοροποιήσω / να διαφοροποιώ | να έχεις διαφοροποιήσει / να διαφοροποιήσεις / να διαφοροποιείς | να έχει διαφοροποιήσει / να διαφοροποιήσει / να διαφοροποιεί | να έχουμε διαφοροποιήσει / να διαφοροποιήσουμε / να διαφοροποιούμε | να διαφοροποιήσετε / να διαφοροποιείτε | να διαφοροποιήσουν / να διαφοροποιήσουνε / να διαφοροποιούν / να διαφοροποιούνε |
| Προστακτική | — | διαφοροποίει / διαφοροποίησε | — | — | διαφοροποιήστε / διαφοροποιείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαφοροποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →