Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαφοροποιώ

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι διαφορετικό από κάτι άλλο Βικιλεξικό
  2. δηλώνω ότι έχω διαφορετική τοποθέτηση σε ένα ζήτημα σε σύγκριση με ενός ή πολλών άλλων Βικιλεξικό
    • Παρακαλώ, εγώ θα ήθελα να διαφοροποιηθώ επ' αυτού.
    • Οι βουλευτές της αντιπολίτευσης διαφοροποιήθηκαν σαφέστατα όσον αφορά στο επίμαχο άρθρο.

Ετυμολογία

διαφοροποιώ < διάφορος + -ο- + ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική différencier)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιαφοροποιώδιαφοροποιείςδιαφοροποιείδιαφοροποιούμεδιαφοροποιείτεδιαφοροποιούν / διαφοροποιούνε
Παρατατικόςδιαφοροποιούσαδιαφοροποιούσεςδιαφοροποιούσεδιαφοροποιούσαμεδιαφοροποιούσατεδιαφοροποιούσαν / διαφοροποιούσανε
Αόριστοςδιαφοροποίησαδιαφοροποίησεςδιαφοροποίησεδιαφοροποιήσαμεδιαφοροποιήσατεδιαφοροποίησαν / διαφοροποιήσαν / διαφοροποιήσανε
Μέλλονταςθα διαφοροποιήσω / θα διαφοροποιώθα διαφοροποιήσεις / θα διαφοροποιείςθα διαφοροποιήσει / θα διαφοροποιείθα διαφοροποιήσουμε / θα διαφοροποιούμεθα διαφοροποιήσετε / θα διαφοροποιείτεθα διαφοροποιήσουν / θα διαφοροποιήσουνε / θα διαφοροποιούν / θα διαφοροποιούνε
Παρακείμενοςέχω διαφοροποιήσειέχεις διαφοροποιήσειέχει διαφοροποιήσειέχουμε διαφοροποιήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα διαφοροποιήσειείχες διαφοροποιήσειείχε διαφοροποιήσειείχαμε διαφοροποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω διαφοροποιήσει / να διαφοροποιήσω / να διαφοροποιώνα έχεις διαφοροποιήσει / να διαφοροποιήσεις / να διαφοροποιείςνα έχει διαφοροποιήσει / να διαφοροποιήσει / να διαφοροποιείνα έχουμε διαφοροποιήσει / να διαφοροποιήσουμε / να διαφοροποιούμενα διαφοροποιήσετε / να διαφοροποιείτενα διαφοροποιήσουν / να διαφοροποιήσουνε / να διαφοροποιούν / να διαφοροποιούνε
Προστακτική—διαφοροποίει / διαφοροποίησε——διαφοροποιήστε / διαφοροποιείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

διαφοροποιούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →