διαφραγματοκήλη
•
- ιατρικήη κήλη ή η (αφύσικη) διεύρυνση του διαφράγματος ανάμεσα στον οισοφάγο και το στομάχι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαφραγματοκήλη < διάφραγμα + -ο- + κήλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφραγματοκήλη | διαφραγματοκήλες |
| Γενική | διαφραγματοκήλης | — |
| Αιτιατική | διαφραγματοκήλη | διαφραγματοκήλες |
| Κλητική | διαφραγματοκήλη | διαφραγματοκήλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →