Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φράζω

ρήμα
•
  1. εμποδίζω την είσοδο ή τη διάβαση δημιουργώντας ένα φράγμα (εμπόδιο) Βικιλεξικό
    • η πελώρια μορφή του μου έφραξε την είσοδο
  2. εμποδίζω τη θέα, την ορατότητα Βικιλεξικό
    • Η ομίχλη φεύγει ασταμάτητα, ώσπου χάνεται στο βάθος του τοπίου ανάμεσα στα βουνά που φράζουν τον ορίζοντα. (Βασίλης Αλεξάκης (1995) Η μητρική γλώσσα)
  3. κλείνω γύρω γύρω μια έκταση Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήεπιβάλλω φραγή σε κάποιον, του απαγορεύω να επεξεργαστεί δεδομένα σε ένα δικτυακό τόπο Βικιλεξικό
  5. μεταβατικό και αμετάβατοβουλώνω Βικιλεξικό
    • του έφραξε το στόμα με ένα μαντίλι
    • ο νεροχύτης φράζει συνεχώς

Ετυμολογία

φράζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φράζω < αρχαία ελληνική φράσσω και φράττω με μεταπλασμό κατά το έσταξα - στάζω. Διαφορετική η ρίζα του αρχαιοελληνικού φράζω. Δε σχετίζονται ετυμολογικά οι λέξεις φράξια, φρακάρω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφράζωφράζειςφράζειφράζουμεφράζετεφράζουν / φράζουνε
Παρατατικόςέφραζαέφραζεςέφραζεφράζαμεφράζατεέφραζαν / φράζαν / φράζανε
Αόριστοςέφραξαέφραξεςέφραξεφράξαμεφράξατεέφραξαν / φράξαν / φράξανε
Μέλλονταςθα φράζω / θα φράξωθα φράζεις / θα φράξειςθα φράζει / θα φράξειθα φράζουμε / θα φράξουμεθα φράζετε / θα φράξετεθα φράζουν / θα φράζουνε / θα φράξουν / θα φράξουνε
Παρακείμενοςέχω φράξειέχεις φράξειέχει φράξει———
Υπερσυντέλικοςείχα φράξειείχες φράξειείχε φράξει———
Υποτακτικήνα έχω φράξει / να φράζω / να φράξωνα έχεις φράξει / να φράζεις / να φράξειςνα έχει φράξει / να φράζει / να φράξεινα φράζουμε / να φράξουμενα φράζετε / να φράξετενα φράζουν / να φράζουνε / να φράξουν / να φράξουνε
Προστακτική—έχε φραγμένο / φράζε / φράξε——φράζετε / φράξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →