Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαφωτιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβάλλει στη διαφώτιση, σχετίζεται μ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαφωτιστικός < διαφωτιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαφωτιστικόςδιαφωτιστικήδιαφωτιστικό
Γενικήδιαφωτιστικούδιαφωτιστικήςδιαφωτιστικού
Αιτιατικήδιαφωτιστικόδιαφωτιστικήδιαφωτιστικό
Κλητικήδιαφωτιστικέδιαφωτιστικήδιαφωτιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαφωτιστικοίδιαφωτιστικέςδιαφωτιστικά
Γενικήδιαφωτιστικώνδιαφωτιστικώνδιαφωτιστικών
Αιτιατικήδιαφωτιστικούςδιαφωτιστικέςδιαφωτιστικά
Κλητικήδιαφωτιστικοίδιαφωτιστικέςδιαφωτιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →