διαφωτιστικός
•
- που συμβάλλει στη διαφώτιση, σχετίζεται μ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαφωτιστικός < διαφωτιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφωτιστικός | διαφωτιστική | διαφωτιστικό |
| Γενική | διαφωτιστικού | διαφωτιστικής | διαφωτιστικού |
| Αιτιατική | διαφωτιστικό | διαφωτιστική | διαφωτιστικό |
| Κλητική | διαφωτιστικέ | διαφωτιστική | διαφωτιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφωτιστικοί | διαφωτιστικές | διαφωτιστικά |
| Γενική | διαφωτιστικών | διαφωτιστικών | διαφωτιστικών |
| Αιτιατική | διαφωτιστικούς | διαφωτιστικές | διαφωτιστικά |
| Κλητική | διαφωτιστικοί | διαφωτιστικές | διαφωτιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →