Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαχειρίσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί κανείς να τον διαχειριστεί, συνήθως με σχετική ευκολία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαχειρίσιμος (νεολογισμός) < διαχειρίζομαι, διαχειρισ- + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαχειρίσιμοςδιαχειρίσιμηδιαχειρίσιμο
Γενικήδιαχειρίσιμουδιαχειρίσιμηςδιαχειρίσιμου
Αιτιατικήδιαχειρίσιμοδιαχειρίσιμηδιαχειρίσιμο
Κλητικήδιαχειρίσιμεδιαχειρίσιμηδιαχειρίσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαχειρίσιμοιδιαχειρίσιμεςδιαχειρίσιμα
Γενικήδιαχειρίσιμωνδιαχειρίσιμωνδιαχειρίσιμων
Αιτιατικήδιαχειρίσιμουςδιαχειρίσιμεςδιαχειρίσιμα
Κλητικήδιαχειρίσιμοιδιαχειρίσιμεςδιαχειρίσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →