διαχειρίσιμος
•
- που μπορεί κανείς να τον διαχειριστεί, συνήθως με σχετική ευκολία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαχειρίσιμος (νεολογισμός) < διαχειρίζομαι, διαχειρισ- + -ιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαχειρίσιμος | διαχειρίσιμη | διαχειρίσιμο |
| Γενική | διαχειρίσιμου | διαχειρίσιμης | διαχειρίσιμου |
| Αιτιατική | διαχειρίσιμο | διαχειρίσιμη | διαχειρίσιμο |
| Κλητική | διαχειρίσιμε | διαχειρίσιμη | διαχειρίσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαχειρίσιμοι | διαχειρίσιμες | διαχειρίσιμα |
| Γενική | διαχειρίσιμων | διαχειρίσιμων | διαχειρίσιμων |
| Αιτιατική | διαχειρίσιμους | διαχειρίσιμες | διαχειρίσιμα |
| Κλητική | διαχειρίσιμοι | διαχειρίσιμες | διαχειρίσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →