Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαχειριστικός

/ðʝa.çi.ɾi.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον διαχειριστή ή τη διαχείριση ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαχειριστικός < διαχειριστής / διαχείριση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαχειριστικόςδιαχειριστικήδιαχειριστικό
Γενικήδιαχειριστικούδιαχειριστικήςδιαχειριστικού
Αιτιατικήδιαχειριστικόδιαχειριστικήδιαχειριστικό
Κλητικήδιαχειριστικέδιαχειριστικήδιαχειριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαχειριστικοίδιαχειριστικέςδιαχειριστικά
Γενικήδιαχειριστικώνδιαχειριστικώνδιαχειριστικών
Αιτιατικήδιαχειριστικούςδιαχειριστικέςδιαχειριστικά
Κλητικήδιαχειριστικοίδιαχειριστικέςδιαχειριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →