Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χέρι

/ˈçe.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ανθρώπινο σώματο καθένα από τα δύο άνω άκρα του ανθρώπινου σώματος, από τον ώμο μέχρι τις άκρες των δαχτύλων Βικιλεξικό
  2. ειδικότερατο τμήμα από τον καρπό ως τις άκρες των δαχτύλων Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασητα μπροστινά άκρα κάποιων ζώων Βικιλεξικό
  4. συνεκδοχικάη αγκαλιά Βικιλεξικό
  5. συνεκδοχικάο εργάτης, κάποιος που προσφέρει την εργασία του Βικιλεξικό
    • Χρειαζόμαστε κι άλλα χέρια για να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα.
  6. η χειρολαβή ενός ποτηριού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χέρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χέριν < ελληνιστική κοινή χέριον (υποκοριστικό) < αρχαία ελληνική χείρ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχέριχέρια
Γενικήχεριούχεριών
Αιτιατικήχέριχέρια
Κλητικήχέριχέρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →