χέρι
•
- ανθρώπινο σώματο καθένα από τα δύο άνω άκρα του ανθρώπινου σώματος, από τον ώμο μέχρι τις άκρες των δαχτύλων Βικιλεξικό
- ειδικότερατο τμήμα από τον καρπό ως τις άκρες των δαχτύλων Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητα μπροστινά άκρα κάποιων ζώων Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη αγκαλιά Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάο εργάτης, κάποιος που προσφέρει την εργασία του Βικιλεξικό
- Χρειαζόμαστε κι άλλα χέρια για να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα.
- η χειρολαβή ενός ποτηριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χέρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χέριν < ελληνιστική κοινή χέριον (υποκοριστικό) < αρχαία ελληνική χείρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χέρι | χέρια |
| Γενική | χεριού | χεριών |
| Αιτιατική | χέρι | χέρια |
| Κλητική | χέρι | χέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →