Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαχυτικός

/ði̯a.çi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φανερώνει με έντονο τρόπο τα φιλικά αισθήματά του Βικιλεξικό
    • Μετά τινας ἡμέρας, αἴφνης, κατόπιν δυὸ τριῶν ὡρῶν ἀπουσίας τοῦ συζύγου — ἀσυνήθους ἄλλως — ὁ οὐρανὸς αἰθρίασεν. Ἐκεῖνος ἔγεινεν ὁ σύζυγος τῶν πρώτων ἡμερῶν· εὔθυμος, διαχυτικός, τρυφερός… προπάντων τρυφερός, ὡσὰν εἰκοσαετὴς νεανίας. (Παναγιώτης Αξιώτης, Η αντίζηλος, 1899)

Ετυμολογία

διαχυτικός < αρχαία ελληνική διαχυτικός < διαχέω < διά + χέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰew- (χέω, χύνω, ρέω) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική effusant)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαχυτικόςδιαχυτικήδιαχυτικό
Γενικήδιαχυτικούδιαχυτικήςδιαχυτικού
Αιτιατικήδιαχυτικόδιαχυτικήδιαχυτικό
Κλητικήδιαχυτικέδιαχυτικήδιαχυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαχυτικοίδιαχυτικέςδιαχυτικά
Γενικήδιαχυτικώνδιαχυτικώνδιαχυτικών
Αιτιατικήδιαχυτικούςδιαχυτικέςδιαχυτικά
Κλητικήδιαχυτικοίδιαχυτικέςδιαχυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →