Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαψεύδω

ρήμα
•
  1. δηλώνω με λόγια ή πράξεις ότι κάτι δεν είναι αληθινό, παρουσιάζω την δική μου εκδοχή για την αλήθεια Βικιλεξικό
    • Πάμε στο δικαστήριο και θα σε διαψεύσω με στοιχεία
    • Ο υπουργός Οικονομικών διέψευσε το άρθρο που τον έφερε να δηλώνει νέα μέτρα για τις συντάξεις
  2. αποδεικνύω με λόγια ή πράξεις ότι μια προσδοκία δεν είναι δυνατόν να επαληθευτεί, υλοποιηθεί, πραγματοποιηθεί, προδίδω, απογοητεύω Βικιλεξικό
    • Η χρηματοκεντρική διαχείριση διέψευσε τις ελπίδες μας για έξοδο από την κρίση
    • Νόμιζα ότι ήσουν ξεχωριστό και τίμιο παιδί, αλλά με διέψευσες
  3. μεσοπαθητικόμε βγάζουν ψεύτη, κάτι το παρουσιάζουν ως ψευδές Βικιλεξικό
    • Ο υπουργός Οικονομικών διαψεύσθηκε από τον πρωθυπουργό
    • Διαψεύσθηκε αργά χτες το βράδυ η είδηση ότι νοσηλευόταν βαριά άρρωστος ο...
  4. μεσοπαθητικόπροδίδονται οι ελπίδες ή οι προσδοκίες μου. άλλοι δείχνουν ότι κάτι που υποσχέθηκα δεν ήταν αληθινό ή δεν μπορούσε να υλοποιηθεί Βικιλεξικό
    • Νόμιζα ότι η αγάπη μας θα άντεχε για πάντα, αλλά τελικά διαψεύσθηκα

Ετυμολογία

διαψεύδω < (ελληνιστική κοινή) διαψεύδω < αρχαία ελληνική διαψεύδομαι ή διά και ψεύδω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιαψεύδωδιαψεύδειςδιαψεύδειδιαψεύδουμεδιαψεύδετεδιαψεύδουν / διαψεύδουνε
Παρατατικόςδιέψευδαδιέψευδεςδιέψευδεδιαψεύδαμεδιαψεύδατεδιέψευδαν / διαψεύδαν / διαψεύδανε
Αόριστοςδιέψευσαδιέψευσεςδιέψευσεδιαψεύσαμεδιαψεύσατεδιέψευσαν / διαψεύσαν / διαψεύσανε
Μέλλονταςθα διαψεύδω / θα διαψεύσωθα διαψεύδεις / θα διαψεύσειςθα διαψεύδει / θα διαψεύσειθα διαψεύδουμε / θα διαψεύσουμεθα διαψεύδετε / θα διαψεύσετεθα διαψεύδουν / θα διαψεύδουνε / θα διαψεύσουν / θα διαψεύσουνε
Παρακείμενοςέχω διαψεύσειέχεις διαψεύσειέχει διαψεύσειέχουμε διαψεύσει——
Υπερσυντέλικοςείχα διαψεύσειείχες διαψεύσειείχε διαψεύσει———
Υποτακτικήνα έχω διαψεύσει / να διαψεύδω / να διαψεύσωνα έχεις διαψεύσει / να διαψεύδεις / να διαψεύσειςνα έχει διαψεύσει / να διαψεύδει / να διαψεύσεινα έχουμε διαψεύσει / να διαψεύδουμε / να διαψεύσουμενα διαψεύδετε / να διαψεύσετενα διαψεύδουν / να διαψεύδουνε / να διαψεύσουν / να διαψεύσουνε
Προστακτική—διάψευδε / διάψευσε——διαψεύδετε / διαψεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →