διαψεύδω
•
- δηλώνω με λόγια ή πράξεις ότι κάτι δεν είναι αληθινό, παρουσιάζω την δική μου εκδοχή για την αλήθεια Βικιλεξικό
- Πάμε στο δικαστήριο και θα σε διαψεύσω με στοιχεία
- Ο υπουργός Οικονομικών διέψευσε το άρθρο που τον έφερε να δηλώνει νέα μέτρα για τις συντάξεις
- αποδεικνύω με λόγια ή πράξεις ότι μια προσδοκία δεν είναι δυνατόν να επαληθευτεί, υλοποιηθεί, πραγματοποιηθεί, προδίδω, απογοητεύω Βικιλεξικό
- Η χρηματοκεντρική διαχείριση διέψευσε τις ελπίδες μας για έξοδο από την κρίση
- Νόμιζα ότι ήσουν ξεχωριστό και τίμιο παιδί, αλλά με διέψευσες
- μεσοπαθητικόμε βγάζουν ψεύτη, κάτι το παρουσιάζουν ως ψευδές Βικιλεξικό
- Ο υπουργός Οικονομικών διαψεύσθηκε από τον πρωθυπουργό
- Διαψεύσθηκε αργά χτες το βράδυ η είδηση ότι νοσηλευόταν βαριά άρρωστος ο...
- μεσοπαθητικόπροδίδονται οι ελπίδες ή οι προσδοκίες μου. άλλοι δείχνουν ότι κάτι που υποσχέθηκα δεν ήταν αληθινό ή δεν μπορούσε να υλοποιηθεί Βικιλεξικό
- Νόμιζα ότι η αγάπη μας θα άντεχε για πάντα, αλλά τελικά διαψεύσθηκα
Ετυμολογία
διαψεύδω < (ελληνιστική κοινή) διαψεύδω < αρχαία ελληνική διαψεύδομαι ή διά και ψεύδω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαψεύδω | διαψεύδεις | διαψεύδει | διαψεύδουμε | διαψεύδετε | διαψεύδουν / διαψεύδουνε |
| Παρατατικός | διέψευδα | διέψευδες | διέψευδε | διαψεύδαμε | διαψεύδατε | διέψευδαν / διαψεύδαν / διαψεύδανε |
| Αόριστος | διέψευσα | διέψευσες | διέψευσε | διαψεύσαμε | διαψεύσατε | διέψευσαν / διαψεύσαν / διαψεύσανε |
| Μέλλοντας | θα διαψεύδω / θα διαψεύσω | θα διαψεύδεις / θα διαψεύσεις | θα διαψεύδει / θα διαψεύσει | θα διαψεύδουμε / θα διαψεύσουμε | θα διαψεύδετε / θα διαψεύσετε | θα διαψεύδουν / θα διαψεύδουνε / θα διαψεύσουν / θα διαψεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαψεύσει | έχεις διαψεύσει | έχει διαψεύσει | έχουμε διαψεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαψεύσει | είχες διαψεύσει | είχε διαψεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαψεύσει / να διαψεύδω / να διαψεύσω | να έχεις διαψεύσει / να διαψεύδεις / να διαψεύσεις | να έχει διαψεύσει / να διαψεύδει / να διαψεύσει | να έχουμε διαψεύσει / να διαψεύδουμε / να διαψεύσουμε | να διαψεύδετε / να διαψεύσετε | να διαψεύδουν / να διαψεύδουνε / να διαψεύσουν / να διαψεύσουνε |
| Προστακτική | — | διάψευδε / διάψευσε | — | — | διαψεύδετε / διαψεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →