διγλωσσία
•
- η συστηματική και λειτουργική χρήση δύο διαφορετικών γλωσσών από το ίδιο άτομο ή την ίδια κοινότητα στην καθημερινή επικοινωνία Βικιλεξικό
- η επίσημη γλωσσική κατάσταση κράτους στο οποίο δύο γλώσσες έχουν ισότιμο ή θεσμικά κατοχυρωμένο δημόσιο ρόλο Βικιλεξικό
- η παράλληλη χρήση δύο λειτουργικά διαφοροποιημένων μορφών της ίδιας γλώσσας —η καθεμιά συνδεδεμένη με διαφορετικά κοινωνικά ή επικοινωνιακά συμφραζόμενα Βικιλεξικό
- μεταφορικάη σκόπιμη υιοθέτηση και προβολή αντικρουόμενων θέσεων από το ίδιο πρόσωπο ή φορέα, ανάλογα με το εκάστοτε συμφέρον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διγλωσσία < ελληνιστική κοινή διγλωσσία < αρχαία ελληνική δίγλωσσος < δι- + γλῶσσα ::μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bilinguisme ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική diglossia ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική diglossie
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διγλωσσία | διγλωσσίες |
| Γενική | διγλωσσίας | διγλωσσιών |
| Αιτιατική | διγλωσσία | διγλωσσίες |
| Κλητική | διγλωσσία | διγλωσσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →