διγλωσσικός
•
- που έχει σχέση με τη διγλωσσία ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διγλωσσικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική diglossic < αρχαία ελληνική δι- + γλῶσσα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διγλωσσικός | διγλωσσική | διγλωσσικό |
| Γενική | διγλωσσικού | διγλωσσικής | διγλωσσικού |
| Αιτιατική | διγλωσσικό | διγλωσσική | διγλωσσικό |
| Κλητική | διγλωσσικέ | διγλωσσική | διγλωσσικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διγλωσσικοί | διγλωσσικές | διγλωσσικά |
| Γενική | διγλωσσικών | διγλωσσικών | διγλωσσικών |
| Αιτιατική | διγλωσσικούς | διγλωσσικές | διγλωσσικά |
| Κλητική | διγλωσσικοί | διγλωσσικές | διγλωσσικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →