διδακτήριο
•
- σύνολο αιθουσών ενός εκπαιδευτηρίου ή κτήριο στο οποίο γίνεται διδασκαλία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διδακτήριο < διδάσκω + -τήριο < αρχαία ελληνική διδάσκω < πρωτοελληνική *di-dəs-skō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dens- (χρησιμοποιώ πνευματικές δυνάμεις)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διδακτήριο | διδακτήρια |
| Γενική | διδακτήριου / διδακτηρίου | διδακτηρίων |
| Αιτιατική | διδακτήριο | διδακτήρια |
| Κλητική | διδακτήριο | διδακτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →