διδάσκω
•
- μεταδίδω με συστηματικό τρόπο τη γνώση που έχω για ένα αντικείμενο σε κάποιον άλλον Βικιλεξικό
- εργάζομαι ως δάσκαλος ή καθηγητής Βικιλεξικό
- είνα μαθηματικός και διδάσκει στο Γυμνάσιο της γειτονιάς μας
- μεταφέρω στους ακροατές μου μια ηθική διδασκαλία, ένα μήνυμα Βικιλεξικό
- ο Χριστός δίδασκε την αγάπη
- ο μύθος αυτός μας διδάσκει την αξία της αληθινής φιλίας
- θέατροσκηνοθετώ (κατά την αρχαία σημασία) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διδάσκω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διδάσκω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διδάσκω | διδάσκεις | διδάσκει | διδάσκουμε | διδάσκετε | διδάσκουν / διδάσκουνε |
| Παρατατικός | δίδασκα | δίδασκες | δίδασκε | διδάσκαμε | διδάσκατε | δίδασκαν / διδάσκαν / διδάσκανε |
| Αόριστος | δίδαξα | δίδαξες | δίδαξε | διδάξαμε | διδάξατε | δίδαξαν / διδάξαν / διδάξανε |
| Μέλλοντας | θα διδάξω / θα διδάσκω | θα διδάξεις / θα διδάσκεις | θα διδάξει / θα διδάσκει | θα διδάξουμε / θα διδάσκουμε | θα διδάξετε / θα διδάσκετε | θα διδάξουν / θα διδάξουνε / θα διδάσκουν / θα διδάσκουνε |
| Παρακείμενος | έχω διδάξει | έχεις διδάξει | έχει διδάξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διδάξει | είχες διδάξει | είχε διδάξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διδάξει / να διδάξω / να διδάσκω | να έχεις διδάξει / να διδάξεις / να διδάσκεις | να έχει διδάξει / να διδάξει / να διδάσκει | να διδάξουμε / να διδάσκουμε | να διδάξετε / να διδάσκετε | να διδάξουν / να διδάξουνε / να διδάσκουν / να διδάσκουνε |
| Προστακτική | — | έχε διδαγμένο / δίδαξε / δίδασκε | — | — | διδάξτε / διδάσκετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διδάχτηκαδιδάσκομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →