Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διδακτορικός

/ði.ða.kto.ɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη διδακτορία ή τον διδάκτορα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)
  2. ουσιαστικοποιημένοδιδακτορικό: το δίπλωμα του διδάκτορα καθώς και η σχετική εργασία (διδακτορική διατριβή) που εκπονείται για την απόκτησή του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διδακτορικός < διδάκτορας / διδακτορία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιδακτορικόςδιδακτορικήδιδακτορικό
Γενικήδιδακτορικούδιδακτορικήςδιδακτορικού
Αιτιατικήδιδακτορικόδιδακτορικήδιδακτορικό
Κλητικήδιδακτορικέδιδακτορικήδιδακτορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιδακτορικοίδιδακτορικέςδιδακτορικά
Γενικήδιδακτορικώνδιδακτορικώνδιδακτορικών
Αιτιατικήδιδακτορικούςδιδακτορικέςδιδακτορικά
Κλητικήδιδακτορικοίδιδακτορικέςδιδακτορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →