Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διείσδυση

/ðiˈiz.ði.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού διεισδύω Βικιλεξικό
  2. στο σεξη εισχώρηση του πέους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διείσδυση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διείσδυ(σις) + -ση < διεισδύω < διά (δι-) + εἰς + δύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιείσδυσηδιεισδύσεις
Γενικήδιείσδυσηςδιεισδύσεων
Αιτιατικήδιείσδυσηδιεισδύσεις
Κλητικήδιείσδυσηδιεισδύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →