διείσδυση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού διεισδύω Βικιλεξικό
- στο σεξη εισχώρηση του πέους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διείσδυση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διείσδυ(σις) + -ση < διεισδύω < διά (δι-) + εἰς + δύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διείσδυση | διεισδύσεις |
| Γενική | διείσδυσης | διεισδύσεων |
| Αιτιατική | διείσδυση | διεισδύσεις |
| Κλητική | διείσδυση | διεισδύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →