δύω
•
- για ήλιοβυθίζομαι στον ορίζοντα Βικιλεξικό
- ο ήλιος σήμερα θα δύσει στις 7:15.
- μεταφορικάαφανίζομαι, παρακμάζω, ξεπέφτω Βικιλεξικό
- έδυσε το μεγαλείο τής Ρώμης
Ετυμολογία
δύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δύω | δύεις | δύει | δύουμε | δύετε | δύουν / δύουνε |
| Παρατατικός | έδυα | έδυες | έδυε | δύαμε | δύατε | έδυαν / δύαν / δύανε |
| Αόριστος | έδυσα | έδυσες | έδυσε | δύσαμε | δύσατε | έδυσαν / δύσαν / δύσανε |
| Μέλλοντας | θα δύσω / θα δύω | θα δύεις / θα δύσεις | θα δύει / θα δύσει | θα δύουμε / θα δύσουμε | θα δύετε / θα δύσετε | θα δύουν / θα δύουνε / θα δύσουν / θα δύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δύσει | έχεις δύσει | έχει δύσει | έχουμε δύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δύσει | είχες δύσει | είχε δύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δύσει / να δύσω / να δύω | να έχεις δύσει / να δύεις / να δύσεις | να έχει δύσει / να δύει / να δύσει | να έχουμε δύσει / να δύουμε / να δύσουμε | να δύετε / να δύσετε | να δύουν / να δύουνε / να δύσουν / να δύσουνε |
| Προστακτική | — | δύε / δύσε | — | — | δύετε / δύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →