διεκδικητικός
•
- που έχει σχέση με τη διεκδίκηση ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διεκδικητικός < διεκδικητής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διεκδικητικός | διεκδικητική | διεκδικητικό |
| Γενική | διεκδικητικού | διεκδικητικής | διεκδικητικού |
| Αιτιατική | διεκδικητικό | διεκδικητική | διεκδικητικό |
| Κλητική | διεκδικητικέ | διεκδικητική | διεκδικητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διεκδικητικοί | διεκδικητικές | διεκδικητικά |
| Γενική | διεκδικητικών | διεκδικητικών | διεκδικητικών |
| Αιτιατική | διεκδικητικούς | διεκδικητικές | διεκδικητικά |
| Κλητική | διεκδικητικοί | διεκδικητικές | διεκδικητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →