Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διεκδικητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη διεκδίκηση ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διεκδικητικός < διεκδικητής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιεκδικητικόςδιεκδικητικήδιεκδικητικό
Γενικήδιεκδικητικούδιεκδικητικήςδιεκδικητικού
Αιτιατικήδιεκδικητικόδιεκδικητικήδιεκδικητικό
Κλητικήδιεκδικητικέδιεκδικητικήδιεκδικητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιεκδικητικοίδιεκδικητικέςδιεκδικητικά
Γενικήδιεκδικητικώνδιεκδικητικώνδιεκδικητικών
Αιτιατικήδιεκδικητικούςδιεκδικητικέςδιεκδικητικά
Κλητικήδιεκδικητικοίδιεκδικητικέςδιεκδικητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →