διεκδικώ
•
- ζητώ να μου αναγνωριστεί η κυριότητα ενός αγαθού, η οποία αμφισβητείται από άλλους, και ασκώ νομικά μέσα προκειμένου να το επιτύχω Βικιλεξικό
- επιδιώκω να μου αποδοθεί κάτι επειδή το θεωρώ δίκαιο ή το αξίζω Βικιλεξικό
- ανταγωνίζομαι με άλλους και προσπαθώ να κερδίσω έναν τίτλο, αξίωμα κλπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διεκδικώ < ελληνιστική κοινή διεκδικέω / διεκδικῶ < δι- + ἐκδικέω < αρχαία ελληνική δίκη ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική revendiquer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διεκδικώ | διεκδικείς | διεκδικεί | διεκδικούμε | διεκδικείτε | διεκδικούν / διεκδικούνε |
| Παρατατικός | διεκδικούσα | διεκδικούσες | διεκδικούσε | διεκδικούσαμε | διεκδικούσατε | διεκδικούσαν / διεκδικούσανε |
| Αόριστος | διεκδίκησα | διεκδίκησες | διεκδίκησε | διεκδικήσαμε | διεκδικήσατε | διεκδίκησαν / διεκδικήσαν / διεκδικήσανε |
| Μέλλοντας | θα διεκδικήσω / θα διεκδικώ | θα διεκδικήσεις / θα διεκδικείς | θα διεκδικήσει / θα διεκδικεί | θα διεκδικήσουμε / θα διεκδικούμε | θα διεκδικήσετε / θα διεκδικείτε | θα διεκδικήσουν / θα διεκδικήσουνε / θα διεκδικούν / θα διεκδικούνε |
| Παρακείμενος | έχω διεκδικήσει | έχεις διεκδικήσει | έχει διεκδικήσει | έχουμε διεκδικήσει | έχετε διεκδικήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διεκδικήσει | είχες διεκδικήσει | είχε διεκδικήσει | είχαμε διεκδικήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διεκδικήσει / να διεκδικήσω / να διεκδικώ | να έχεις διεκδικήσει / να διεκδικήσεις / να διεκδικείς | να έχει διεκδικήσει / να διεκδικήσει / να διεκδικεί | να έχουμε διεκδικήσει / να διεκδικήσουμε / να διεκδικούμε | να έχετε διεκδικήσει / να διεκδικήσετε / να διεκδικείτε | να διεκδικήσουν / να διεκδικήσουνε / να διεκδικούν / να διεκδικούνε |
| Προστακτική | — | διεκδίκησε | — | — | διεκδικήστε / διεκδικείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διεκδικούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →