Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διεκτραγωδώ

/ði.ek.tɾa.ɣoˈðo/ρήμα
•
  1. διηγούμαι κάτι αναδεικνύοντας τα τραγικά σημεία ή στοιχεία της υπόθεσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διεκτραγωδώ < (καθαρεύουσα) διά (δι-) + ελληνιστική κοινή ἐκτραγῳδῶ / ἐκτραγῳδέω < αρχαία ελληνική ἐκ + τραγῳδέω / τραγῳδῶ < τραγῳδός

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιεκτραγωδώδιεκτραγωδείςδιεκτραγωδείδιεκτραγωδούμεδιεκτραγωδείτεδιεκτραγωδούν / διεκτραγωδούνε
Παρατατικόςδιεκτραγωδούσαδιεκτραγωδούσεςδιεκτραγωδούσεδιεκτραγωδούσαμεδιεκτραγωδούσατεδιεκτραγωδούσαν / διεκτραγωδούσανε
Αόριστοςδιεκτραγώδησαδιεκτραγώδησεςδιεκτραγώδησεδιεκτραγωδήσαμεδιεκτραγωδήσατεδιεκτραγωδήσαν / διεκτραγωδήσανε / διεκτραγώδησαν
Μέλλονταςθα διεκτραγωδήσω / θα διεκτραγωδώθα διεκτραγωδήσεις / θα διεκτραγωδείςθα διεκτραγωδήσει / θα διεκτραγωδείθα διεκτραγωδήσουμε / θα διεκτραγωδούμεθα διεκτραγωδήσετε / θα διεκτραγωδείτεθα διεκτραγωδήσουν / θα διεκτραγωδήσουνε / θα διεκτραγωδούν / θα διεκτραγωδούνε
Παρακείμενοςέχω διεκτραγωδήσειέχεις διεκτραγωδήσειέχει διεκτραγωδήσειέχουμε διεκτραγωδήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα διεκτραγωδήσειείχες διεκτραγωδήσειείχε διεκτραγωδήσειείχαμε διεκτραγωδήσει——
Υποτακτικήνα έχω διεκτραγωδήσει / να διεκτραγωδήσω / να διεκτραγωδώνα έχεις διεκτραγωδήσει / να διεκτραγωδήσεις / να διεκτραγωδείςνα έχει διεκτραγωδήσει / να διεκτραγωδήσει / να διεκτραγωδείνα έχουμε διεκτραγωδήσει / να διεκτραγωδήσουμε / να διεκτραγωδούμενα διεκτραγωδήσετε / να διεκτραγωδείτενα διεκτραγωδήσουν / να διεκτραγωδήσουνε / να διεκτραγωδούν / να διεκτραγωδούνε
Προστακτική—διεκτραγώδησε——διεκτραγωδήστε / διεκτραγωδείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

διεκτραγωδήθηκαδιεκτραγωδούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →