διεμβολίζω
•
- διατρυπώ, εμβολίζω Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηδιατρυπώ, εμβολίζω Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηδιατρυπώ, εμβολίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιεισδύω πλαγίως, κτυπώ με πλάγιο τρόπο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροσπαθώ να ασκήσω (πολιτική) επιρροή σε άλλο χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διεμβολίζω < (διά) δι- + εμβολίζω < έμβολο < αρχαία ελληνική ἔμβολον, ουδέτερο του ἔμβολος < ἐμβάλλω < βάλλω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διεμβολίζω | διεμβολίζεις | διεμβολίζει | διεμβολίζουμε | διεμβολίζετε | διεμβολίζουν / διεμβολίζουνε |
| Παρατατικός | διεμβόλιζα | διεμβόλιζες | διεμβόλιζε | διεμβολίζαμε | διεμβολίζατε | διεμβολίζαν / διεμβολίζανε / διεμβόλιζαν |
| Αόριστος | διεμβόλισα | διεμβόλισες | διεμβόλισε | διεμβολίσαμε | διεμβολίσατε | διεμβολίσαν / διεμβολίσανε / διεμβόλισαν |
| Μέλλοντας | θα διεμβολίζω / θα διεμβολίσω | θα διεμβολίζεις / θα διεμβολίσεις | θα διεμβολίζει / θα διεμβολίσει | θα διεμβολίζουμε / θα διεμβολίσουμε | θα διεμβολίζετε / θα διεμβολίσετε | θα διεμβολίζουν / θα διεμβολίζουνε / θα διεμβολίσουν / θα διεμβολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διεμβολίσει | έχεις διεμβολίσει | έχει διεμβολίσει | έχουμε διεμβολίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διεμβολίσει | είχες διεμβολίσει | είχε διεμβολίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διεμβολίσει / να διεμβολίζω / να διεμβολίσω | να έχεις διεμβολίσει / να διεμβολίζεις / να διεμβολίσεις | να έχει διεμβολίσει / να διεμβολίζει / να διεμβολίσει | να έχουμε διεμβολίσει / να διεμβολίζουμε / να διεμβολίσουμε | να διεμβολίζετε / να διεμβολίσετε | να διεμβολίζουν / να διεμβολίζουνε / να διεμβολίσουν / να διεμβολίσουνε |
| Προστακτική | — | διεμβόλιζε / διεμβόλισε | — | — | διεμβολίζετε / διεμβολίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διεμβολίστηκαδιεμβολίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →