Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διεμβολίζω

/ði.eɱ.voˈli.zo/ρήμα
•
  1. διατρυπώ, εμβολίζω Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηδιατρυπώ, εμβολίζω Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηδιατρυπώ, εμβολίζω Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάδιεισδύω πλαγίως, κτυπώ με πλάγιο τρόπο Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάπροσπαθώ να ασκήσω (πολιτική) επιρροή σε άλλο χώρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διεμβολίζω < (διά) δι- + εμβολίζω < έμβολο < αρχαία ελληνική ἔμβολον, ουδέτερο του ἔμβολος < ἐμβάλλω < βάλλω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιεμβολίζωδιεμβολίζειςδιεμβολίζειδιεμβολίζουμεδιεμβολίζετεδιεμβολίζουν / διεμβολίζουνε
Παρατατικόςδιεμβόλιζαδιεμβόλιζεςδιεμβόλιζεδιεμβολίζαμεδιεμβολίζατεδιεμβολίζαν / διεμβολίζανε / διεμβόλιζαν
Αόριστοςδιεμβόλισαδιεμβόλισεςδιεμβόλισεδιεμβολίσαμεδιεμβολίσατεδιεμβολίσαν / διεμβολίσανε / διεμβόλισαν
Μέλλονταςθα διεμβολίζω / θα διεμβολίσωθα διεμβολίζεις / θα διεμβολίσειςθα διεμβολίζει / θα διεμβολίσειθα διεμβολίζουμε / θα διεμβολίσουμεθα διεμβολίζετε / θα διεμβολίσετεθα διεμβολίζουν / θα διεμβολίζουνε / θα διεμβολίσουν / θα διεμβολίσουνε
Παρακείμενοςέχω διεμβολίσειέχεις διεμβολίσειέχει διεμβολίσειέχουμε διεμβολίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα διεμβολίσειείχες διεμβολίσειείχε διεμβολίσει———
Υποτακτικήνα έχω διεμβολίσει / να διεμβολίζω / να διεμβολίσωνα έχεις διεμβολίσει / να διεμβολίζεις / να διεμβολίσειςνα έχει διεμβολίσει / να διεμβολίζει / να διεμβολίσεινα έχουμε διεμβολίσει / να διεμβολίζουμε / να διεμβολίσουμενα διεμβολίζετε / να διεμβολίσετενα διεμβολίζουν / να διεμβολίζουνε / να διεμβολίσουν / να διεμβολίσουνε
Προστακτική—διεμβόλιζε / διεμβόλισε——διεμβολίζετε / διεμβολίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

διεμβολίστηκαδιεμβολίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →