Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διεπιστημονικός

/ði.e.pi.sti.mo.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται σε δύο ή περισσότερες επιστήμες ή σε επιστήμονες διαφόρων κλάδων Βικιλεξικό
    • Βασικό ζητούμενο τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα ήταν ο διεπιστημονικός λόγος. Θεαματική ήταν και η στροφή πολλών θεωρητικών και μελετητών προς την Ανθρωπολογία προκειμένου από τα εργαλεία, τις μεθόδους και γενικότερα από την ανθρωπολογική προοπτική να ωφεληθούν η ανάλυση και η θεωρία των Τεχνών, η Ερμηνευτική, οι λόγοι για τον πολιτισμό και τις μορφές της πολιτιστικής επικοινωνίας

Ετυμολογία

διεπιστημονικός < δι- + επιστήμον(ας) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική interdisciplinary

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιεπιστημονικόςδιεπιστημονικήδιεπιστημονικό
Γενικήδιεπιστημονικούδιεπιστημονικήςδιεπιστημονικού
Αιτιατικήδιεπιστημονικόδιεπιστημονικήδιεπιστημονικό
Κλητικήδιεπιστημονικέδιεπιστημονικήδιεπιστημονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιεπιστημονικοίδιεπιστημονικέςδιεπιστημονικά
Γενικήδιεπιστημονικώνδιεπιστημονικώνδιεπιστημονικών
Αιτιατικήδιεπιστημονικούςδιεπιστημονικέςδιεπιστημονικά
Κλητικήδιεπιστημονικοίδιεπιστημονικέςδιεπιστημονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →