διεπιστημονικός
•
- που αναφέρεται σε δύο ή περισσότερες επιστήμες ή σε επιστήμονες διαφόρων κλάδων Βικιλεξικό
- Βασικό ζητούμενο τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα ήταν ο διεπιστημονικός λόγος. Θεαματική ήταν και η στροφή πολλών θεωρητικών και μελετητών προς την Ανθρωπολογία προκειμένου από τα εργαλεία, τις μεθόδους και γενικότερα από την ανθρωπολογική προοπτική να ωφεληθούν η ανάλυση και η θεωρία των Τεχνών, η Ερμηνευτική, οι λόγοι για τον πολιτισμό και τις μορφές της πολιτιστικής επικοινωνίας
Ετυμολογία
διεπιστημονικός < δι- + επιστήμον(ας) + -ικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική interdisciplinary
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διεπιστημονικός | διεπιστημονική | διεπιστημονικό |
| Γενική | διεπιστημονικού | διεπιστημονικής | διεπιστημονικού |
| Αιτιατική | διεπιστημονικό | διεπιστημονική | διεπιστημονικό |
| Κλητική | διεπιστημονικέ | διεπιστημονική | διεπιστημονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διεπιστημονικοί | διεπιστημονικές | διεπιστημονικά |
| Γενική | διεπιστημονικών | διεπιστημονικών | διεπιστημονικών |
| Αιτιατική | διεπιστημονικούς | διεπιστημονικές | διεπιστημονικά |
| Κλητική | διεπιστημονικοί | διεπιστημονικές | διεπιστημονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →