διευθετώ
•
- τακτοποιώ κάποια ενοχλητική ή προβληματική κατάσταση Βικιλεξικό
- τακτοποιώ ή διαμορφώνω κάτι με τις κατάλληλες ενέργειες Βικιλεξικό
- Παλαιοί χείμαρροι, όπως αυτοί της οδού Αναγεννήσεως, της Διεθνούς Εκθέσεως, της Ευαγγελίστριας, της οδού Λύτρα δίπλα στο Γ' Σώμα Στρατού, της Σχολής Κωνσταντινίδη, του Λαογραφικού Μουσείου, της Νέστορος Τύπα ή αλλιώς Αλλατίνη, διευθετήθηκαν προπολεμικά τόσο από τους δήμους όσο και από τις, κατά περίοδο, αρμόδιες υπηρεσίες. Αλλοι σκεπάστηκαν από την Υπηρεσία Εγγείων Βελτιώσεων, άλλοι από τον παλαιό Οργανισμό Αποχέτευσης κι άλλοι από τη σημερινή Εταιρεία Υδρευσης - Αποχέτευσης, ανάλογα με τα μέσα και τις ανάγκες της εποχής. (enet.gr)
Ετυμολογία
διευθετώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διευθετῶ, συνηρημένος τύπος του διευθετέω < διά (δι-) + αρχαία ελληνική εὐθετέω / εὐθετῶ < εὔθετος < εὖ + τίθημι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διευθετώ | διευθετείς | διευθετεί | διευθετούμε | διευθετείτε | διευθετούν / διευθετούνε |
| Παρατατικός | διευθετούσα | διευθετούσες | διευθετούσε | διευθετούσαμε | διευθετούσατε | διευθετούσαν / διευθετούσανε |
| Αόριστος | διευθέτησα | διευθέτησες | διευθέτησε | διευθετήσαμε | διευθετήσατε | διευθέτησαν / διευθετήσαν / διευθετήσανε |
| Μέλλοντας | θα διευθετήσω / θα διευθετώ | θα διευθετήσεις / θα διευθετείς | θα διευθετήσει / θα διευθετεί | θα διευθετήσουμε / θα διευθετούμε | θα διευθετήσετε / θα διευθετείτε | θα διευθετήσουν / θα διευθετήσουνε / θα διευθετούν / θα διευθετούνε |
| Παρακείμενος | έχω διευθετήσει | έχεις διευθετήσει | έχει διευθετήσει | έχουμε διευθετήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διευθετήσει | είχες διευθετήσει | είχε διευθετήσει | είχαμε διευθετήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διευθετήσει / να διευθετήσω / να διευθετώ | να έχεις διευθετήσει / να διευθετήσεις / να διευθετείς | να έχει διευθετήσει / να διευθετήσει / να διευθετεί | να έχουμε διευθετήσει / να διευθετήσουμε / να διευθετούμε | να διευθετήσετε / να διευθετείτε | να διευθετήσουν / να διευθετήσουνε / να διευθετούν / να διευθετούνε |
| Προστακτική | — | διευθέτησε | — | — | διευθετήστε / διευθετείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διευθετήθηκαδιευθετούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →