Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διευθέτηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διευθετώ Βικιλεξικό
    • Η σκηνική διευθέτηση είναι παρόμοια και στα δυο έργα εφόσον οι θρήνοι της Ιοκάστης ακολουθούν την ίδια τεχνική της αποσωματοποιημένης φωνής (voice-off) από τα παρασκήνια, όπως οι κραυγές της Κλυταιμνήστρας στο προηγούμενο έργο. (Ιωσήφ Βιβιλάκης, Στέφανος: a tribute to Walter Puchner, 2007, σελ. 1049)

Ετυμολογία

διευθέτηση < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιευθέτησηδιευθετήσεις
Γενικήδιευθέτησηςδιευθετήσεων
Αιτιατικήδιευθέτησηδιευθετήσεις
Κλητικήδιευθέτησηδιευθετήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →