διευθυντήριο
•
- πολιτικήσύστημα στο οποίο μια ομάδα ανθρώπων κυβερνάνε μια χώρα, μοιράζοντας από κοινού τους ρόλους του αρχηγού κράτους και της κυβερνήσεως (στην εποχή μσς: Ελβετία, Σαν Μαρίνο) Βικιλεξικό
- πολιτικήσύστημα στο οποίο μια ομάδα ανθρώπων κυβερνάνε μια χώρα, μοιράζοντας από κοινού τους ρόλους του αρχηγού κράτους και της κυβερνήσεως (στην εποχή μσς: Ελβετία, Σαν Μαρίνο) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηολιγομελής (παράτυπη ή νόμιμη) ομάδα λήψης αποφάσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διευθυντήριο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διευθυντήριον < διευθν(τής) + -τήριον, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική directoire
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διευθυντήριο | διευθυντήρια |
| Γενική | διευθυντήριου / διευθυντηρίου | διευθυντηρίων |
| Αιτιατική | διευθυντήριο | διευθυντήρια |
| Κλητική | διευθυντήριο | διευθυντήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →