διευθύνω
•
- διοικώ, ασκώ την διεύθυνση, κουμαντάρω Βικιλεξικό
- Οι προϊστάμενοι των Τμημάτων διευθύνουν, εποπτεύουν, ελέγχουν και συντονίζουν τις εργασίες του Τμήματος τους και παρέχουν τις αναγκαίες προς τούτο εντολές και οδηγίες στο προσωπικό (Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, Αναδιάρθρωση της ΓΓΠΠ, Αναβάθμιση Εθελοντισμού Πολιτικής Προστασίας, Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος και άλλες διατάξεις, Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων, https://www.opengov.gr/yptp/?p=2511)
- κατευθύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διευθύνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διευθύνω (κάνω ίσιο, κυβερνάω) < δι- + αρχαία ελληνική εὐθύνω < εὐθύς & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική diriger
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διευθύνω | διευθύνεις | διευθύνει | διευθύνουμε | διευθύνετε | διευθύνουν / διευθύνουνε |
| Παρατατικός | διευθυνόμουνα / διεύθυνα | διευθυνόσουνα / διεύθυνες | διευθυνότανε / διεύθυνε | διευθύναμε | διευθύνατε | διευθύναν / διευθύνανε / διεύθυναν |
| Αόριστος | διεύθυνα | διεύθυνες | διεύθυνε | διευθύναμε | διευθύνατε | διευθύναν / διευθύνανε / διεύθυναν |
| Μέλλοντας | θα διευθύνω | θα διευθύνεις | θα διευθύνει | θα διευθύνουμε | θα διευθύνετε | θα διευθύνουν / θα διευθύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω διευθύνει | έχεις διευθύνει | έχει διευθύνει | έχουμε διευθύνει | έχετε διευθύνει | έχουν διευθύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα διευθύνει | είχες διευθύνει | είχε διευθύνει | είχαμε διευθύνει | είχατε διευθύνει | είχαν διευθύνει |
| Υποτακτική | να έχω διευθύνει / να διευθύνω | να έχεις διευθύνει / να διευθύνεις | να έχει διευθύνει / να διευθύνει | να έχουμε διευθύνει / να διευθύνουμε | να έχετε διευθύνει / να διευθύνετε | να έχουν διευθύνει / να διευθύνουν / να διευθύνουνε |
| Προστακτική | — | διεύθυνε | — | — | διευθύνετε / διευθύντε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διευθύνομαι | διευθύνεσαι | διευθύνεται | διευθυνόμαστε | — | — |
| Παρατατικός | διευθυνόμουν | διευθυνόσουν | διευθυνόταν | διευθυνόμασταν / διευθυνόμαστε | — | — |
| Αόριστος | διευθύνθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα διευθύνομαι | θα διευθύνεσαι | θα διευθύνεται | θα διευθυνόμαστε | — | — |
| Υποτακτική | να διευθύνομαι | να διευθύνεσαι | να διευθύνεται | να διευθυνόμαστε | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →