Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διζυγώτης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο ετεροζυγώτης δίδυμος, αυτος που δεν μοιράζεται απόλυτα κοινό DNA με τον/την αδελφή του, καθώς τα δύο δίδυμααδέλφια έχουν προέλθει από τη γονιμοποίηση δύο και όχι ενός ωαρίου. Ο όρος χρησιμοποιείται για προσδιορισμό αλλά και σε αντιδιαστολή προς το μονοζυγώτη ή ομοζυγώτη δίδυμο. Βικιλεξικό
    • Ο Γιώργος και η Μαρία είναι διζυγώτες δίδυμοι

Ετυμολογία

διζυγώτης < αγγλ. dizygote < δις (διπλός) +ζυγωτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιζυγώτηςδιζυγώτηςδιζυγώτης
Γενικήδιζυγώτηδιζυγώτηδιζυγώτη
Αιτιατικήδιζυγώτηδιζυγώτηδιζυγώτη
Κλητικήδιζυγώτηδιζυγώτηδιζυγώτη

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιζυγώτεςδιζυγώτεςδιζυγώτες
Γενικήδιζυγωτώνδιζυγωτώνδιζυγωτών
Αιτιατικήδιζυγώτεςδιζυγώτεςδιζυγώτες
Κλητικήδιζυγώτεςδιζυγώτεςδιζυγώτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →