μονοζυγωτικός
•
- ο σχετικός με τους μονοζυγώτες ή ομοζυγώτες διδύμους Βικιλεξικό
- οι ομοζυγώτης δίδυμος, εκείνος που μοιράζεται το ίδιο DNA με τον δίδυμο αδελφό του, καθώς έχουν προέλθει και οι δύο από τη γονιμοποίηση ενός και μόνον ωαρίου που διαιρέθηκε, σε αντιδιαστολή προς τους ετεροζυγώτες ή διζυγώτες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοζυγωτικός < μονοζυγώτης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοζυγωτικός | μονοζυγωτική | μονοζυγωτικό |
| Γενική | μονοζυγωτικού | μονοζυγωτικής | μονοζυγωτικού |
| Αιτιατική | μονοζυγωτικό | μονοζυγωτική | μονοζυγωτικό |
| Κλητική | μονοζυγωτικέ | μονοζυγωτική | μονοζυγωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοζυγωτικοί | μονοζυγωτικές | μονοζυγωτικά |
| Γενική | μονοζυγωτικών | μονοζυγωτικών | μονοζυγωτικών |
| Αιτιατική | μονοζυγωτικούς | μονοζυγωτικές | μονοζυγωτικά |
| Κλητική | μονοζυγωτικοί | μονοζυγωτικές | μονοζυγωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →