Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διζωνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εκτείνεται σε δύο ζώνες, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διζωνικός < δι- + ζώνη + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιζωνικόςδιζωνικήδιζωνικό
Γενικήδιζωνικούδιζωνικήςδιζωνικού
Αιτιατικήδιζωνικόδιζωνικήδιζωνικό
Κλητικήδιζωνικέδιζωνικήδιζωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιζωνικοίδιζωνικέςδιζωνικά
Γενικήδιζωνικώνδιζωνικώνδιζωνικών
Αιτιατικήδιζωνικούςδιζωνικέςδιζωνικά
Κλητικήδιζωνικοίδιζωνικέςδιζωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →