διηθητικός
•
- που έχει σχέση με τη διήθηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διηθητικός < διήθηση + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική filtrant)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διηθητικός | διηθητική | διηθητικό |
| Γενική | διηθητικού | διηθητικής | διηθητικού |
| Αιτιατική | διηθητικό | διηθητική | διηθητικό |
| Κλητική | διηθητικέ | διηθητική | διηθητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διηθητικοί | διηθητικές | διηθητικά |
| Γενική | διηθητικών | διηθητικών | διηθητικών |
| Αιτιατική | διηθητικούς | διηθητικές | διηθητικά |
| Κλητική | διηθητικοί | διηθητικές | διηθητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →