Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διηθητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη διήθηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διηθητικός < διήθηση + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική filtrant)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιηθητικόςδιηθητικήδιηθητικό
Γενικήδιηθητικούδιηθητικήςδιηθητικού
Αιτιατικήδιηθητικόδιηθητικήδιηθητικό
Κλητικήδιηθητικέδιηθητικήδιηθητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιηθητικοίδιηθητικέςδιηθητικά
Γενικήδιηθητικώνδιηθητικώνδιηθητικών
Αιτιατικήδιηθητικούςδιηθητικέςδιηθητικά
Κλητικήδιηθητικοίδιηθητικέςδιηθητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →