διηθώ
•
- λόγιοφιλτράρω, διυλίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διηθώ < αρχαία ελληνική διηθέω / διηθῶ < διά + ἠθέω (*ἤθω) «κοσκινίζω» < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *seh₁i- «κοσκινίζω»
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διηθώ | διηθείς | διηθεί | διηθούμε | διηθείτε | διηθούν / διηθούνε |
| Παρατατικός | διηθούσα | διηθούσες | διηθούσε | διηθούσαμε | διηθούσατε | διηθούσαν / διηθούσανε |
| Αόριστος | διήθησα | διήθησες | διήθησε | διηθήσαμε | διηθήσατε | διήθησαν / διηθήσαν / διηθήσανε |
| Μέλλοντας | θα διηθήσω / θα διηθώ | θα διηθήσεις / θα διηθείς | θα διηθήσει / θα διηθεί | θα διηθήσουμε / θα διηθούμε | θα διηθήσετε / θα διηθείτε | θα διηθήσουν / θα διηθήσουνε / θα διηθούν / θα διηθούνε |
| Παρακείμενος | έχω διηθήσει | έχεις διηθήσει | έχει διηθήσει | έχουμε διηθήσει | έχετε διηθήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διηθήσει | είχες διηθήσει | είχε διηθήσει | είχαμε διηθήσει | είχατε διηθήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω διηθήσει / να διηθήσω / να διηθώ | να έχεις διηθήσει / να διηθήσεις / να διηθείς | να έχει διηθήσει / να διηθήσει / να διηθεί | να έχουμε διηθήσει / να διηθήσουμε / να διηθούμε | να έχετε διηθήσει / να διηθήσετε / να διηθείτε | να διηθήσουν / να διηθήσουνε / να διηθούν / να διηθούνε |
| Προστακτική | — | διήθησε | — | — | διηθήστε / διηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →