διισχυρίζομαι
•
- υποστηρίζω κάτι, το λέω, το ισχυρίζομαι, εκθέτοντας με αναλυτικό τρόπο τη σκέψη μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διισχυρίζομαι < (διά) δι- + ισχυρίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διισχυρίζομαι | διισχυρίζεσαι | διισχυρίζεται | διισχυριζόμαστε | διισχυρίζεστε | διισχυρίζονται |
| Παρατατικός | διισχυριζόμουν / διισχυριζόμουνα | διισχυριζόσουν / διισχυριζόσουνα | διισχυριζόταν / διισχυριζότανε | διισχυριζόμασταν / διισχυριζόμαστε | διισχυριζόσασταν / διισχυριζόσαστε | διισχυρίζονταν / διισχυριζόντουσαν |
| Αόριστος | διισχυρίστηκα | διισχυρίστηκες | διισχυρίστηκε | διισχυριστήκαμε | διισχυριστήκατε | διισχυρίστηκαν / διισχυριστήκαν / διισχυριστήκανε |
| Μέλλοντας | θα διισχυρίζομαι / θα διισχυριστώ | θα διισχυρίζεσαι / θα διισχυριστείς | θα διισχυρίζεται / θα διισχυριστεί | θα διισχυριζόμαστε / θα διισχυριστούμε | θα διισχυρίζεστε / θα διισχυριστείτε | θα διισχυρίζονται / θα διισχυριστούν / θα διισχυριστούνε |
| Παρακείμενος | έχω διισχυριστεί | έχεις διισχυριστεί | έχει διισχυριστεί | έχουμε διισχυριστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διισχυριστεί | είχες διισχυριστεί | είχε διισχυριστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διισχυριστεί / να διισχυρίζομαι / να διισχυριστώ | να έχεις διισχυριστεί / να διισχυρίζεσαι / να διισχυριστείς | να έχει διισχυριστεί / να διισχυρίζεται / να διισχυριστεί | να έχουμε διισχυριστεί / να διισχυριζόμαστε / να διισχυριστούμε | να διισχυρίζεστε / να διισχυριστείτε | να διισχυρίζονται / να διισχυριστούν / να διισχυριστούνε |
| Προστακτική | — | διισχυρίσου | — | — | διισχυρίζεστε / διισχυριστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →