διισχυρισμός
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διισχυρίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διισχυρισμός < (διισχυρίζομαι) διισχυρισ- + -μός < δι- (δια) + ισχυρίζομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διισχυρισμός | διισχυρισμοί |
| Γενική | διισχυρισμού | διισχυρισμών |
| Αιτιατική | διισχυρισμό | διισχυρισμούς |
| Κλητική | διισχυρισμέ | διισχυρισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →