Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικάμερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου έχει δύο κάμερες Βικιλεξικό
  2. νεολογισμόςπου έχουν χρησιμοποιηθεί δύο κάμερες για την δημιουργία του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικάμερος < δι- + κάμερα + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικάμεροςδικάμερηδικάμερο
Γενικήδικάμερουδικάμερηςδικάμερου
Αιτιατικήδικάμεροδικάμερηδικάμερο
Κλητικήδικάμερεδικάμερηδικάμερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικάμεροιδικάμερεςδικάμερα
Γενικήδικάμερωνδικάμερωνδικάμερων
Αιτιατικήδικάμερουςδικάμερεςδικάμερα
Κλητικήδικάμεροιδικάμερεςδικάμερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →