δικάμερος
•
- νεολογισμόςπου έχει δύο κάμερες Βικιλεξικό
- νεολογισμόςπου έχουν χρησιμοποιηθεί δύο κάμερες για την δημιουργία του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικάμερος < δι- + κάμερα + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δικάμερος | δικάμερη | δικάμερο |
| Γενική | δικάμερου | δικάμερης | δικάμερου |
| Αιτιατική | δικάμερο | δικάμερη | δικάμερο |
| Κλητική | δικάμερε | δικάμερη | δικάμερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δικάμεροι | δικάμερες | δικάμερα |
| Γενική | δικάμερων | δικάμερων | δικάμερων |
| Αιτιατική | δικάμερους | δικάμερες | δικάμερα |
| Κλητική | δικάμεροι | δικάμερες | δικάμερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →