Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικάσιμος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νομικός όροςη μέρα κατά την οποία διεξάγεται μια δίκη Βικιλεξικό
    • Σε υπόθεση ξυλοδαρμού ανηλίκου από συμμορία ανηλίκων στα βόρεια προάστια πριν από περισσότερο από έναν χρόνο, με σωρεία κακουργημάτων και πλημμελημάτων, ακόμα δεν έχει οριστεί δικάσιμος. (Δικάσιμος το 2035; Για ποια Δικαιοσύνη μιλάμε; 11/3/2025 , capital.gr https://www.capital.gr/o-agis-beroutis-grafei/3906028/dikasimos-to-2035-gia-poia-dikaiosuni-milame/)

Ετυμολογία

δικάσιμος < αρχαία ελληνική

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδικάσιμη / δικάσιμος / δικάσιμοδικάσιμες / δικάσιμοι / δικάσιμα
Γενικήδικάσιμης / δικάσιμου / δικάσιμουδικάσιμων / δικάσιμων / δικάσιμων
Αιτιατικήδικάσιμη / δικάσιμο / δικάσιμοδικάσιμες / δικάσιμους / δικάσιμα
Κλητικήδικάσιμη / δικάσιμε / δικάσιμοδικάσιμες / δικάσιμοι / δικάσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

δικάσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να δικαστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικάσιμος < αρχαία ελληνική

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικάσιμοςδικάσιμηδικάσιμο
Γενικήδικάσιμουδικάσιμηςδικάσιμου
Αιτιατικήδικάσιμοδικάσιμηδικάσιμο
Κλητικήδικάσιμεδικάσιμηδικάσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικάσιμοιδικάσιμεςδικάσιμα
Γενικήδικάσιμωνδικάσιμωνδικάσιμων
Αιτιατικήδικάσιμουςδικάσιμεςδικάσιμα
Κλητικήδικάσιμοιδικάσιμεςδικάσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →