Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικάζω

ρήμα
•
  1. νομικός όροςβγάζω καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση για κάποιον ως δικαστής Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκαταδικάζω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάκρίνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικάζω < αρχαία ελληνική δικάζω < δίκη

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδικάζωδικάζειςδικάζειδικάζουμεδικάζετεδικάζουν / δικάζουνε
Παρατατικόςδίκαζαδίκαζεςδίκαζεδικάζαμεδικάζατεδίκαζαν / δικάζαν / δικάζανε
Αόριστοςδίκασαδίκασεςδίκασεδικάσαμεδικάσατεδίκασαν / δικάσαν / δικάσανε
Μέλλονταςθα δικάζω / θα δικάσωθα δικάζεις / θα δικάσειςθα δικάζει / θα δικάσειθα δικάζουμε / θα δικάσουμεθα δικάζετε / θα δικάσετεθα δικάζουν / θα δικάζουνε / θα δικάσουν / θα δικάσουνε
Παρακείμενοςέχω δικάσειέχεις δικάσειέχει δικάσειέχουμε δικάσειέχετε δικάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα δικάσειείχες δικάσειείχε δικάσειείχαμε δικάσει——
Υποτακτικήνα έχω δικάσει / να δικάζω / να δικάσωνα έχεις δικάσει / να δικάζεις / να δικάσειςνα έχει δικάσει / να δικάζει / να δικάσεινα έχουμε δικάσει / να δικάζουμε / να δικάσουμενα έχετε δικάσει / να δικάζετε / να δικάσετενα δικάζουν / να δικάζουνε / να δικάσουν / να δικάσουνε
Προστακτική—δίκαζε / δίκασε——δικάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

δικάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →