δικαιοδοσία
•
- νομικός όροςη εξουσία των δικαστηρίων στη λύση διαφορών κατά την κείμενη νομοθεσία και την τιμωρία των αξιόποινων πράξεων Βικιλεξικό
- η εξουσία που δίνεται σε κάποιον με νόμο, με εντολή ανωτέρου κλπ., να ενεργεί ή να κρίνει σε καθορισμένα όρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικαιοδοσία < ελληνιστική κοινή δικαιοδοσία < αρχαία ελληνική δίκαιος + δίδωμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δικαιοδοσία | δικαιοδοσίες |
| Γενική | δικαιοδοσίας | δικαιοδοσιών |
| Αιτιατική | δικαιοδοσία | δικαιοδοσίες |
| Κλητική | δικαιοδοσία | δικαιοδοσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →