δικαιοδοτώ
•
- νομικός όροςεξουσιοδοτώ Βικιλεξικό
- νομικός όροςεκδικάζω, απονέμω δικαιοσύνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικαιοδοτώ < ελληνιστική κοινή δικαιοδοτέω / δικαιοδοτῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
δικαιοδοτώ < ελληνιστική κοινή δικαιοδοτέω / δικαιοδοτῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →