δικαιοκρίτης
•
- λόγιοαυτός που δίκαια κρίνει Βικιλεξικό
- Ο μύθος της γυναίκας που θυσιάζεται για να σωθεί ο άντρας της και επιστρέφει από τα βασίλεια του Άδη με την επέμβαση ενός δικαιοκρίτη είναι γνωστός σε πολλούς λαούς. Με άλλο ένδυμα, μάλιστα, επιβιώνει, ας μην ξεχνάμε, και στο δημοτικό μας τραγούδι. (* εφημερίδα Καθημερινή)
Ετυμολογία
δικαιοκρίτης < ελληνιστική κοινή δῐκαιοκρῐ́της < αρχαία ελληνική δίκαιος + κρίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δικαιοκρίτης | δικαιοκρίτες |
| Γενική | δικαιοκρίτη | δικαιοκριτών |
| Αιτιατική | δικαιοκρίτη | δικαιοκρίτες |
| Κλητική | δικαιοκρίτη | δικαιοκρίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →