Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικαιοκρίτης

/ði.ce.oˈkɾi.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοαυτός που δίκαια κρίνει Βικιλεξικό
    • Ο μύθος της γυναίκας που θυσιάζεται για να σωθεί ο άντρας της και επιστρέφει από τα βασίλεια του Άδη με την επέμβαση ενός δικαιοκρίτη είναι γνωστός σε πολλούς λαούς. Με άλλο ένδυμα, μάλιστα, επιβιώνει, ας μην ξεχνάμε, και στο δημοτικό μας τραγούδι. (* εφημερίδα Καθημερινή)

Ετυμολογία

δικαιοκρίτης < ελληνιστική κοινή δῐκαιοκρῐ́της < αρχαία ελληνική δίκαιος + κρίνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδικαιοκρίτηςδικαιοκρίτες
Γενικήδικαιοκρίτηδικαιοκριτών
Αιτιατικήδικαιοκρίτηδικαιοκρίτες
Κλητικήδικαιοκρίτηδικαιοκρίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →