δικαιολογητικός
•
- που δικαιολογεί κάτι ή το αποδεικνύει Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδικαιολογητικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικαιολογητικός < δικαιολογώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δικαιολογητικός | δικαιολογητική | δικαιολογητικό |
| Γενική | δικαιολογητικού | δικαιολογητικής | δικαιολογητικού |
| Αιτιατική | δικαιολογητικό | δικαιολογητική | δικαιολογητικό |
| Κλητική | δικαιολογητικέ | δικαιολογητική | δικαιολογητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δικαιολογητικοί | δικαιολογητικές | δικαιολογητικά |
| Γενική | δικαιολογητικών | δικαιολογητικών | δικαιολογητικών |
| Αιτιατική | δικαιολογητικούς | δικαιολογητικές | δικαιολογητικά |
| Κλητική | δικαιολογητικοί | δικαιολογητικές | δικαιολογητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →