Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικαιολογητικός

/ði.ce.o.lo.ʝi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δικαιολογεί κάτι ή το αποδεικνύει Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοδικαιολογητικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικαιολογητικός < δικαιολογώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικαιολογητικόςδικαιολογητικήδικαιολογητικό
Γενικήδικαιολογητικούδικαιολογητικήςδικαιολογητικού
Αιτιατικήδικαιολογητικόδικαιολογητικήδικαιολογητικό
Κλητικήδικαιολογητικέδικαιολογητικήδικαιολογητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικαιολογητικοίδικαιολογητικέςδικαιολογητικά
Γενικήδικαιολογητικώνδικαιολογητικώνδικαιολογητικών
Αιτιατικήδικαιολογητικούςδικαιολογητικέςδικαιολογητικά
Κλητικήδικαιολογητικοίδικαιολογητικέςδικαιολογητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →