δικαιολογώ
•
- προσφέρω μια δικαιολογία· αιτιολογώ μια ενέργεια ή παράλειψη ή κατάσταση ώστε αυτή να γίνει κατανοητή ή να συγχωρεθεί Βικιλεξικό
- μην προσπαθείς να δικαιολογήσεις τον τρόπο που φέρεται, είναι ασυγχώρητος
- συντάσσεται και με αντικείμενο το πρόσωπο, τις ενέργειες του οποίου αιτιολογώ ώστε να συγχωρεθεί
- υποβάλλω έγγραφα δικαιολογητικά μαζί με μια αίτηση μη καταλογισμού Βικιλεξικό
- πήγε στο σχολείο για να δικαιολογήσει τις απουσίες του παιδιού της
Ετυμολογία
δικαιολογώ < (ελληνιστική κοινή) δικαιλογῶ < αρχαία ελληνική δικαιολογοῦμαι < δίκαιος + λόγος
Άλλοι τύποι
δικαιολογήσωδικαιολογημένοςδικαιολογούμαιδικαιολογούσαδικαιολόγησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →