Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικαιοπρακτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νομικός όροςπου σχετίζεται με τη δικαιοπραξία ή τη σύναψη συμβολαίου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικαιοπρακτικός < δικαιοπραξία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικαιοπρακτικόςδικαιοπρακτικήδικαιοπρακτικό
Γενικήδικαιοπρακτικούδικαιοπρακτικήςδικαιοπρακτικού
Αιτιατικήδικαιοπρακτικόδικαιοπρακτικήδικαιοπρακτικό
Κλητικήδικαιοπρακτικέδικαιοπρακτικήδικαιοπρακτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικαιοπρακτικοίδικαιοπρακτικέςδικαιοπρακτικά
Γενικήδικαιοπρακτικώνδικαιοπρακτικώνδικαιοπρακτικών
Αιτιατικήδικαιοπρακτικούςδικαιοπρακτικέςδικαιοπρακτικά
Κλητικήδικαιοπρακτικοίδικαιοπρακτικέςδικαιοπρακτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →