δικλίδα
•
- βαλβίδα που επιτρέπει μόνο την έξοδο ενός υγρού ή αερίου από κάποιο δοχείο ή δεξαμενή Βικιλεξικό
- μεταφορικάοτιδήποτε συμβάλλει στον έλεγχο μιας κατάστασης και στη συγκράτησή της σε επιθυμητά όρια Βικιλεξικό
- δικλίδα ασφαλείας
Ετυμολογία
δικλίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δικλίς από την αιτιατική «τὴν δικλίδα» < δι- (δις) + κλι- όπως το θέμα του κλίνω :* για τη σημασία «δικλίδα ασφαλείας» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική valve :* → δείτε και τη γραφή δικλείδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δικλίδα | δικλίδες |
| Γενική | δικλίδας | δικλίδων |
| Αιτιατική | δικλίδα | δικλίδες |
| Κλητική | δικλίδα | δικλίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →