κλίνω
•
- αμετάβατογέρνω, έχω κλίση Βικιλεξικό
- Διόρθωσε τον πίνακα, διότι κλίνει προς τα δεξιά!
- μεταβατικόρέπω, τείνω Βικιλεξικό
- Η άποψή τους έκλινε στη θεσμοθέτηση νέων κανόνων.
- γραμματικήσχηματίζω τους τύπους ενός κλιτού μέρους του λόγου Βικιλεξικό
- να κλίνετε την προστακτική του Αορίστου του ρήματος
Ετυμολογία
κλίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κλίνω :* για τη γραμματική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κλίνω
Άλλοι τύποι
έκλινακεκλιμένοςκλίθηκακλίνομαικλιμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →