δικολαβισμός
•
- η συμπεριφορά ενός δικολάβου Βικιλεξικό
- μεταφορικάσαθρό, παραπλανητικό ή σοφιστικό επιχείρημα καθώς και (κατ’ επέκταση) η συζήτηση με τη χρήση τέτοιων επιχειρημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικολαβισμός < δικολάβος + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δικολαβισμός | δικολαβισμοί |
| Γενική | δικολαβισμού | δικολαβισμών |
| Αιτιατική | δικολαβισμό | δικολαβισμούς |
| Κλητική | δικολαβισμέ | δικολαβισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →