Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικολαβισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η συμπεριφορά ενός δικολάβου Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσαθρό, παραπλανητικό ή σοφιστικό επιχείρημα καθώς και (κατ’ επέκταση) η συζήτηση με τη χρήση τέτοιων επιχειρημάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικολαβισμός < δικολάβος + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδικολαβισμόςδικολαβισμοί
Γενικήδικολαβισμούδικολαβισμών
Αιτιατικήδικολαβισμόδικολαβισμούς
Κλητικήδικολαβισμέδικολαβισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →