Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δικτυωτός

/ði.kti.oˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που η δομή του μοιάζει με δίχτυ Βικιλεξικό
  2. άλλες μορφές: διχτυωτός Βικιλεξικό
  3. τεχνολογίαπου έχει τη δομή δικτύου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δικτυωτός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δικτυωτός (δείτε και το αρχαίο δίκτυον. Μορφολογικά αναλύεται σε δικτυώ(νω) + -τός (> -ωτός). :* για τη σημασία στην τεχνολογία: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική réticulé, réticulaire.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικτυωτόςδικτυωτήδικτυωτό
Γενικήδικτυωτούδικτυωτήςδικτυωτού
Αιτιατικήδικτυωτόδικτυωτήδικτυωτό
Κλητικήδικτυωτέδικτυωτήδικτυωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδικτυωτοίδικτυωτέςδικτυωτά
Γενικήδικτυωτώνδικτυωτώνδικτυωτών
Αιτιατικήδικτυωτούςδικτυωτέςδικτυωτά
Κλητικήδικτυωτοίδικτυωτέςδικτυωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →