δικτύωση
•
- η σύνδεση ή ενσωμάτωση σε κάποιο δίκτυο Βικιλεξικό
- τεχνολογίαη σύνδεση μονάδων (υπολογιστών, κινητών κ.ά.) σε κάποιο τοπικό ή ευρύτερο δίκτυο Βικιλεξικό
- μεταφορικάοι γνωριμίες που κάνει κάποιος Βικιλεξικό
- η περίφραξη με κάποιο δικτυωτό πλέγμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δικτύωση < δικτυώνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δικτύωση | δικτυώσεις |
| Γενική | δικτύωσης | δικτυώσεων |
| Αιτιατική | δικτύωση | δικτυώσεις |
| Κλητική | δικτύωση | δικτυώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →